Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: Ο μόνος καλλιτέχνης του οποίου ολόκληρο το έργο έχει κηρυχθεί εθνική πολιτιστική κληρονομιά

Στην εποχή του ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ υπήρξε στόχος αποδοκιμασιών και χλευασμού. Μετά τον θάνατό του ήρθε η αναγνώριση. Σήμερα μια έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη καλείται να τον γνωρίσει στους νέους και να διερευνήσει την αντοχή του στον χρόνο.


Φορούσε πάντα φουστανέλα κι ας μην ήταν η φορεσιά της ιδιαίτερης πατρίδας του, μια κάπα χειμώνα - καλοκαίρι και στα πόδια τσαρούχια, που από τις πολλές σόλες ήταν ασήκωτα. 
Στο χέρι βαστούσε μπαστούνι και σε έναν τορβά που κρεμόταν στον ώμο του έμπηγε ένα ξύλο με μια σημαία βυζαντινή, με τον αετό. Την παράξενη εμφάνιση συμπλήρωναν μακριά μαλλιά δεμένα κότσο με ένα κορδόνι, όπως κάνουν οι παπάδες, μεγάλα νύχια αλλά και μια ήρεμη, απόκοσμη έκφραση. 
Ετσι περιγράφουν τον Θεόφιλο όσοι τον γνώρισαν. Εναν πράο άνθρωπο που δεν έπινε, δεν κάπνιζε, απέφευγε τον κόσμο και δεν πήγαινε ποτέ σε καφενείο ή σε διασκεδάσεις αλλά ούτε και στην εκκλησία, παρ΄ ότι ζωγράφιζε εικόνες αγίων. Στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα όλα αυτά συγκεντρωμένα σε ένα πρόσωπο δεν μπορούσε παρά να συνθέτουν σκάνδαλο. 
Αλλά ειδικά στην περίπτωση του Θεόφιλου δημιουργούσαν εύκολο στόχο αποδοκιμασιών, χλευασμού, σκληρότητας. Εκείνος δεν γνώριζε ότι τα σύνεργα της ζωγραφικής, που έκρυβε στο σελάχι της φουστανέλας του, ήταν το μεγαλύτερο όπλο. Θα έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια και μόνο προς το τέλος της ζωής του κάποιοι θα τον αναγνώριζαν. Και αρκετά χρόνια ακόμη για να δημιουργηθεί ο μύθος γύρω από το όνομά του. Η έκθεση που γίνεται σε λίγες μέρες, από τις 15 Σεπτεμβρίου, στο Μουσείο Μπενάκη με έργα του από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας, ξαναφέρνει τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ στο προσκήνιο. Είναι μια ευκαιρία γνωριμίας για τους νεότερους και μια αποτίμησή του στον 21ο αιώνα.

Πένητας και πλάνης
Θεόφιλος του Γαβριήλ Κεφάλα και της Πηνελόπης. Γεννημένος στη Βαρειά της Μυτιλήνης το 1868 ή το 1873, ήταν το πρώτο παιδί από τα οκτώ της οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης, ο πάππος του όμως από την πλευρά της μητέρας, ο Κωνσταντής Ζωγράφος ή Χατζημιχαήλ, ήταν επιτυχημένος αγιογράφος αλλά δεν συμπαθούσε διόλου τον Θεόφιλο.
Γράμματα δεν έμαθε, πώς θα μπορούσε άλλωστε ένα παιδί βραδύγλωσσο και ζερβό (αριστερόχειρας) να διαπρέψει στο σχολείο… Μεταξύ 15 και 20 χρόνων- οι γνώμες διίστανται- έφυγε για τη Σμύρνη, όπου έζησε περί τα 15 χρόνια. Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει αλλά έργα από αυτή την περίοδο δεν σώζονται, φαίνεται όμως ότι έκανε και μικροθελήματα στο Προξενείο- σε μια προσωπογραφία του έχει γράψει: «Θυροφύλαξ Προξενείου Σμύρνης».
Αναγκάζεται να φύγει από την πόλη ύστερα από επεισόδιο με τις τουρκικές αρχές και στη συνέχεια τον βρίσκουμε στη Θεσσαλία όπου θα παραμείνει περί τα 30 χρόνια. Καφενεία, ταβέρνες, μαγαζιά, σπίτια, ακόμη και οι παράγκες των προσφύγων, που εν τω μεταξύ φθάνουν από τη Μικρά Ασία, θα γεμίσουν με τις ζωγραφιές του. Λίγοι όμως αντιλαμβάνονται την αξία τους και ελάχιστα είναι τα χρήματα που κερδίζει.
Η «ανακάλυψη» του Θεόφιλου γίνεται πρώτα από τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο το 1925 ενώ στη συνέχεια γνωρίζεται με τον τεχνοκρίτη Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), ο οποίος θα τον βοηθήσει λόγω και έργω. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1934, και ενώ δουλεύει παραγγελίες του Τeriade, θα αρρωστήσει, άγνωστο από τι, και θα πεθάνει μόνος στο σπιτάκι όπου έμενε. Κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα αλλά ο τάφος του δεν υπάρχει πια.
Το 1976 το ελληνικό κράτος χαρακτήρισε ολόκληρο το έργο του Θεόφιλου ως «έργο ειδικής κρατικής προστασίας». Μια τιμή για τον «άνθρωπο-σύνδεσμο, τη ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας», όπως γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης.
Δύο περίοδοι, η πρώτη στον Βόλο και στα γύρω χωριά και η δεύτερη στη γενέτειρά του τη Μυτιλήνη, ορίζουν κυρίως τη ζωή και το έργο του. Ο Τσαρούχης πιστεύει ότι η περίοδος της Θεσσαλίας περιλαμβάνει στις περισσότερες περιπτώσεις έργα που μοιάζουν σφιγμένα και δείχνουν την πίκρα αλλά και τον δισταγμό του ζωγράφου. «Και τίποτε να μην ξέραμε για τις φάρσες και τα χωρατά που έκαναν εις βάρος του οι χωριάτες στη Θεσσαλία, θα τα μαντεύαμε από την ειδική εκείνη απάθεια ορισμένων έργων του, τυπική περίπτωση υπερευαίσθητων καλλιτεχνών όταν κάτι τους εμποδίζει να πουν όλη τους την αλήθεια» γράφει.
Από τις εξαιρέσεις σίγουρα είναι οι τοιχογραφίες στο σπίτι του προστάτη του Γιάννη Κοντού στην Ανακασιά του Ανω Βόλου, ένα από τα λίγα που σώζονται από την περίοδο αυτή, καθώς πολλά καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1939 και από τους σεισμούς του 1955.
Με κάθε αφορμή πάντως, μια εθνική επέτειο ή τις Αποκριές, ο Θεόφιλος γινόταν Μεγαλέξανδρος! Πολλές είναι οι φωτογραφίες που τον απεικονίζουν ντυμένο σαν τον μακεδόνα στρατηλάτη, αλλά δεν έφθανε η μεταμφίεση μόνον. Εστηνε και θεατρικές παραστάσεις με τα παιδιά του σχολείου να παίζουν τους στρατιώτες του, προκαλώντας έτσι γέλια και πειράγματα, συχνά βάρβαρα.
Εκεί στη Θεσσαλία όμως ο Θεόφιλος θα δείξει τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής τέχνης του και θα δημιουργήσει τους προσωπικούς εικονογραφικούς τύπους του. Και όταν γυρίσει στη Μυτιλήνη θα παρουσιάσει, πιο ήρεμος πια, την παλέτα των κατακτήσεών του: Λιγότερο σχέδιο αλλά περισσότερο χρώμα, που θα αποτελούσε εν τέλει το βασικό προσόν της ζωγραφικής του.
Τέλος, η συνάντηση του Θεόφιλου με τον Τeriade το 1929 στη Μυτιλήνη θα σημάνει την πιο ολοκληρωμένη ζωγραφικά περίοδο του καλλιτέχνη. Γιατί είναι πρώτη φορά που νιώθει αναγνώριση, επιπλέον ο Τeriade θα του δώσει τα μέσα για να ζει και τα υλικά για να ζωγραφίζει.
Λαϊκός τεχνίτης, ζωγράφος, συνεχιστής της παράδοσης της βυζαντινής τέχνης, εκφραστής της ελληνικότητας, ένας απλός ναΐφ καλλιτέχνης. Πολλοί χαρακτηρισμοί έχουν δοθεί στον Θεόφιλο αλλά ο επισκέπτης της έκθεσης μπορεί να δώσει τον δικό του. Κατά τη διάρκειά της θα προβάλλεται το αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με τίτλο «2003 - Θεόφιλος ξανά», σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη. Σοφός, τρελός, επαναστάτης.
Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη από αυτήν που ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί και οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί και οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες.
Είναι από τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά και όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Ελληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Έλληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού.
Αυτά γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης στην πρώτη έκδοση των έργων του Θεόφιλου, το 1967 (Εμπορική Τράπεζα).
Ορίζοντας αμέσως, όπως γίνεται φανερό, και τη δική του διάσταση από την ακαδημαϊκή ζωγραφική που εκφράστηκε στην Ελλάδα από τους γερμανοσπουδαγμένους έλληνες καλλιτέχνες. Στον αντίποδα αυτών, ο Θεόφιλος, μια ιδιόμορφη, ανεξάρτητη προσωπικότητα, έτσι κι αλλιώς δημιούργησε τη δική του μυθολογία στη ζωγραφική με εφόδια μόνον όσα η φύση τού παρείχε.
Ενας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που ζωγράφιζε επειδή μόνον αυτό ήξερε και προ πάντων αγαπούσε να κάνει, ένας δημιουργός που έκανε μεγάλη ζωγραφική χωρίς να ξέρει από ρεύματα, τάσεις, μέτρα και κανόνες.

ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΠΛΑΚΑ, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης
«Η υπερβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς»

Κατ΄ αρχάς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για ναΐφ ζωγράφο. Έναν ασπούδαστο και άτεχνο καλλιτέχνη, ο οποίος όμως έχει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στο έργο του. Γιατί ο Θεόφιλος έκανε συνθέσεις με αξιοθαύμαστο τρόπο, είχε μια ισοτονική αρμονία στα έργα του και μετέφρασε χρωματικά την ελληνική ύπαιθρο με τρόπο που δεν κατόρθωσαν άλλοι ζωγράφοι. Για όλα αυτά τον εκτιμώ πολύ. Και δεν είναι περίεργο που τον λάτρεψε η γενιά του ΄30 αφού αυτός είχε υλοποιήσει τα ιδανικά της, χωρίς φυσικά να το ξέρει. Πρέπει όμως να κρατάμε τα πράγματα στο επίπεδό τους και να τοποθετούμε τους καλλιτέχνες στις σωστές τους διαστάσεις. Να σταματήσουμε να βλέπουμε τον Θεόφιλο δίπλα στον Παρθένη, στον Γύζη ή στον Μόραλη. Αυτό είναι λάθος. Ο Θεόφιλος είναι ο μόνος καλλιτέχνης του οποίου ολόκληρο το έργο έχει κηρυχθεί εθνική πολιτιστική κληρονομιά. Δεν είναι υπερβολή; Μπορείς να κηρύξεις ως πολιτιστική κληρονομιά κάποια έργα, όχι όμως τον καλλιτέχνη. Εκτός κι αν είναι ο Φειδίας. Ο Θεόφιλος ζωγράφιζε παντού, ακόμη και σε μαξιλαράκια. Κηρύσσεις τα μαξιλαράκια πολιτιστική κληρονομιά; Είναι και λίγο αστείο…
- Σήμερα πάντως, στη διεθνή αγορά τέχνης δεν θα είχε καμία θέση. Γιατί η αγορά αυτή κινείται με άλλα κριτήρια και νόμους. Κανείς Ελληνας δεν μπορεί να εισχωρήσει εκεί, ούτε καν οι δικοί μας μεγάλοι. Και ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Στις δημοπρασίες που γίνονται στο Λονδίνο τα ελληνικά έργα πάνε μόνο σε ελληνικά χέρια, ποτέ σε ξένους.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ, Ζωγράφος,ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ
«Χωρίς τύχη στην ξένη αγορά»

Πιστεύω ότι η αίγλη του Θεόφιλου δεν έχει σβήσει, ούτε έχει αμβλυνθεί το όνομά του στη συνείδηση των ανθρώπων. Κι αυτό γιατί το έργο του είναι γνήσιο. Υπάρχουν πολλοί ναΐφ ζωγράφοι αλλά αυτός ήταν ο εξέχων, ο προικισμένος τόσο ώστε να υπερβαίνει τους άλλους. Στα έργα του υπάρχει διαύγεια και φωτεινότητα ενώ πέρα και πίσω από την εικονογράφηση των θεμάτων του κατορθώνει να δημιουργεί, εμμέσως και πλαγίως και χωρίς ο ίδιος να το ξέρει, επιφάνειες με χρωματικές αρμονίες υψηλής ποιότητας.


Θυμάμαι στην Ανακασιά του Βόλου ένα έργο στο οποίο έχει ζωγραφίσει τον νοικοκύρη επάνω στο άλογό του να φεύγει για κάποιο ταξίδι. Υπάρχει τέτοια μεταφυσική ατμόσφαιρα σε αυτή τη σκηνή που νομίζεις ότι αυτός ο άνθρωπος βαδίζει προς άλλο κόσμο…
Παρ΄ όλα αυτά δεν θα είχε καμία τύχη στις ξένες αγορές. Έχω διαπιστώσει ότι η ζωγραφική αλλά και η ποίηση (εξαιρουμένου του Καβάφη που ξέφυγε από τα ελληνικά σύνορα) είναι τοπική τέχνη. Κάθε λαός δηλαδή εισπράττει ό,τι είναι οικείο γι΄ αυτόν, και νομίζω ότι η έντονη προσωπικότητα του Θεόφιλου με την ελληνικότητά του και το ελληνικό φως είναι ξένα πράγματα για τους υπερβόρειους…Όσον αφορά το εμπόριο της τέχνης, εκεί έχουν δημιουργηθεί ήδη οι κανόνες, έχουν γίνει οι συμφωνίες, δύσκολα μπορεί κανείς να διαπεράσει το σύστημα.

ΜΑΡΙΑ ΘΕΡΜΟΥ, Πηγή: ΒΗΜΑ

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο

Χρώματα που έχουν ξεθωριάσει, σε πίνακες που αφέθηκαν εκτεθειμένοι στον ήλιο ή σκέβρωσαν από την υγρασία. Εργα που καταστρέφονται, καθώς οι καμβάδες αρχίζουν να μαδάνε. Κεραμίδια που επιτρέπουν να τρέξουν νερά μέσα στις αίθουσες, στάζοντας πάνω στα έργα τέχνης.
Και κοντά σε όλα αυτά, μία, όλη κι όλη, έκτακτη υπάλληλος, απλήρωτη από τον περασμένο Ιούνιο, με τη σύμβασή της να έχει λήξει ήδη από την Πρωτοχρονιά. Κι όμως εκείνη αγόγγυστα συνεχίζει να ανοίγει τις πόρτες τού κατά τα άλλα «προπύργιου του λεσβιακού πολιτισμού», του ρημαγμένου Μουσείου Θεόφιλου.
Σαν κεραυνός έπεσε η πρώτη καταγγελία για την πραγματική καταστροφή των 86 πρωτότυπων έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που φιλοξενούνται στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης.
Στη διάρκεια εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο «Θεόφιλος: τα έργα του ζωγράφου στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», της επίτιμης διευθύντριας του Μουσείου, αρχαιολόγου και κοινωνικής ανθρωπολόγου Γιαννούλας Καπλάνη, ο εξωτερικός συνεργάτης του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και επιμελητής της έκδοσης, ο αρχιτέκτονας, φωτογράφος και γραφίστας Βελισάριος Βουτσάς, «ταρακούνησε» το κοινό, περιγράφοντας την κατάσταση που συνάντησε στη διάρκεια της επίσκεψής του στο Μουσείο Θεόφιλου. Οπως αποκάλυψε, τα έργα καταστράφηκαν και ήδη έχουν ξεθωριάσει.
Οπως μάλιστα χαρακτηριστικά είπε: «Δεν χωράει δικαιολογία άγνοιας. Ακόμη και ο ταξιτζής που με μετέφερε και ο καφετζής της γειτονιάς, ήξεραν για την κατάσταση του Μουσείου».
Το γεγονός αυτό έκανε χθες τον γενικό γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Δημήτρη Χαλκιώτη, με τον προτεινόμενο πρόεδρο του υπό σύσταση Οργανισμού Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λέσβου, Κώστα Αστυρακάκη, και τη συντηρήτρια του υπουργείου Πολιτισμού, Δέσποινα Μαρσινοπούλου, να επισκεφθούν το Μουσείο. Εκεί η τελευταία έκανε μια πρώτη εκτίμηση των κινδύνων που υπάρχουν και των φθορών που έχουν ήδη υποστεί τα έργα.
Στο Μουσείο Θεόφιλου, λοιπόν, διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Αλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κανείς κάποια φώτα οροφής! Ακόμα, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. Η υγρασία μπαίνει από παντού, ακόμα και από τα κεραμίδια που, ασυντήρητα, επιτρέπουν στα νερά της βροχής να τρέχουν πάνω στα έργα. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του '80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με τη συντηρήτρια κ. Μαρσινοπούλου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Εκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για το Μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει "ας αφήσουμε το θέμα λίγο ακόμα"».
Ο Δημήτρης Χαλκιώτης έθεσε πρώτη προτεραιότητα την άμεση επικοινωνία και ενημέρωση της γενικής γραμματέως του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη. Κι ο κ. Αστυρακάκης σημείωσε πως «πρέπει να αναλάβουμε πρωτοβουλίες αντάξιες της μεγάλης κληρονομιάς που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε».
Μετά απ' όλα τούτα, στο Μουσείο έμεινε και πάλι μόνη η μόνη υπάλληλος, άμισθη φύλακας μιας μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία η σύγχρονη πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει, έστω και στοιχειωδώς. *
Από τον Τεριάντ, στους δημάρχους
Το Μουσείο Θεόφιλου στεγάζεται στο κτήριο που σχεδίασε και έχτισε το 1964 ο γνωστός Λέσβιος αρχιτέκτονας Γιώργος Γιανουλέλης, με έξοδα του γνωστού Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ. Ο τελευταίος ήταν ο άνθρωπος που «ανακάλυψε» τον Θεόφιλο, ενθαρρύνοντάς τον τα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζωγραφίζει σε καμβάδες. Τους περισσότερους από αυτούς ο Τεριάντ τούς παραχώρησε στο Μουσείο Θεόφιλου, ενώ κάποιους άλλους τους έβαλε σε ειδική αίθουσα με έργα του λαϊκού ζωγράφου στο άλλο μουσείο που έχτισε και δώρισε στο υπουργείο Πολιτισμού, στο Μουσείο - Βιβλιοθήκη Μοντέρνας Τέχνης Τεριάντ. Το 1965 ο Τεριάντ δώρισε το Μουσείο Θεόφιλου στο Δήμο Μυτιλήνης. Εκτοτε το μουσείο διαχειριζόταν η εκάστοτε δημοτική αρχή της Μυτιλήνης έως την κατάργηση, λόγω «Καλλικράτη», του δήμου στις 31 του περασμένου Δεκεμβρίου. Σήμερα το Μουσείο αποτελεί περιουσία του Δήμου Λέσβου και θα το διαχειρίζεται ο δημοτικός Οργανισμός Παιδείας και Πολιτισμού, όποτε αυτός ιδρυθεί.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Ο Θεόφιλος του Τσαρούχη Αγνωστες λεπτομέρειες για τη ζωή του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου μέσα από την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη

Αν η πιο αυθεντική βιογραφία ενός ζωγράφου είναι τα έργα του, τότε δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει τον Θεόφιλο. Αυτόν τον γνήσιο λαϊκό ζωγράφο που αμφισβητήθηκε, χλευάσθηκε και αναγνωρίστηκε καθυστερημένα.
Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.
Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.
  Ενας δημιουργός ξετρελαμένος με την Ελλάδα, με τους αρχαίους θεούς της, τους ήρωες της Επανάστασης του '21. Ντυνόταν με φουστανέλα, μεταμφιεζόταν σε Μέγα Αλέξανδρο και σε Δία, ενώ ζωγράφιζε με πάθος πάνω σε πανιά, σανίδια, τενεκέδες και τοίχους σπιτιών.
Η έκθεση «Θεόφιλος. Εργα από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας», που εγκαινιάζεται την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο, μέσα από 20 πίνακές του, τον ναΐφ μυτιληνιό ζωγράφο και τη θεματογραφία του: Ιστορικές και μυθολογικές σκηνές, παραστάσεις παρμένες από ταχυδρομικά δελτάρια και παλιές λιθογραφίες, τοπία και εικόνες της καθημερινής ζωής. Η έκθεση συνοδεύται από το λεύκωμα της Εμπορικής Τράπεζας που πρωτοεκδόθηκε το 1967 και περιλαμβάνει πάνω από 300 έργα του Θεόφιλου, καθώς και ένα διεισδυτικό κείμενο του Γιάννη Τσαρούχη. Ο τελευταίος ακολουθεί τον Θεόφιλο στην περιπλάνησή του στη Σμύρνη, τη Θεσσαλία και τη Μυτιλήνη, σκιαγραφεί γλαφυρά τη ζωή του σε σχέση με την κοινωνία του τέλους του 19ου αιώνα και συγκρίνει τη ζωγραφική του με τη βυζαντινή τέχνη και την ελληνική παράδοση. Τα περιστατικά που αφηγείται είναι απίστευτα κι όμως αληθινά: Αναφέρει ότι ο νεαρός Θεόφιλος ήταν το παιδί για τα θελήματα στο προξενείο της Σμύρνης. Λέγεται μάλιστα ότι σκότωσε έναν Τούρκο, για να υπεραπιστεί τη ζωή του έλληνα προξένου, σε μια απόπειρα δολοφονίας του.
«Σαν παλιός οπλαρχηγός»
Αργότερα στη Μακρινίτσα του Πηλίου δείχνει τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας, ενώ ζει κλεισμένος στον εαυτό του και πολύ φτωχικά. Καθώς είναι «βραδύγλωσσος και ζερβός», αντιμετωπίζει τις φάρσες και τα χωρατά των άλλων, ακόμα και τα παιδιά που τον πετροβολούσαν. «Κάποιος, για να γελάσει, τράβηξε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος, για να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός μαγαζιού, και τον γκρέμισε καταγής» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τσαρούχης.
Η τύχη του φαίνεται να αλλάζει, όταν συναντά τον συλλέκτη Στρατή Ελευθεριάδη ή Τεριάντ, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι. Αυτός αγόρασε μερικά έργα του, του έδωσε υλικά ζωγραφικής, οργάνωσε έκθεση στο εξωτερικό. Να πώς περιγράφει ο Τσαρούχης τον Θεόφιλο: «Φορούσε πάντα φουστανέλα, που δεν ήταν η φορεσιά της πατρίδας του. Μα για τον Θεόφιλο, αυτό δεν ήταν μόνο μια καλλιτεχνική παραξενιά ή επίδειξη. Ηταν κάτι παραπάνω: μια ένδειξη πίστεως αυτή η λατρεία της φουστανέλας, λατρεία οφειλόμενη στην ποιητική της σημασία. (...) Ο Θεόφιλος άλλωστε ήθελε να 'ναι σαν παλιός οπλαρχηγός, σαν κι αυτά τα άσταστα είδωλά του που τόσο συχνά ζωγράφιζε. Σ' έναν τορβά που κρεμόταν στον ώμο του, έμπηγε ένα ξύλο με μια βυζαντινή σημαία με αετό. Στο σελάχι της φουστανέλας του είχε τα σύνεργα της ζωγραφικής του. Τα μαλλιά του ήταν μακριά σαν των παπάδων, και τα μάζευε κότσο δένοντάς τα με ένα κορδόνι, όπως ακριβώς οι παπάδες, αλλά και οι αρχαίοι Ελληνες της προκλασικής εποχής. Του άρεσε να 'χει μεγάλα νύχια. Δούλευε καθισμένος καταγής, σαν τους Ανατολίτες και τους Γιαπωνέζους. Δεν πήγαινε ποτέ σε καφενείο, ούτε σε διασκέδαση, ούτε όπου μαζευόταν κόσμος (...) Ηταν πράος και δεν βλαστημούσε ποτέ».
Ο Τσαρούχης θαυμάζει τη χρωματική ευδαιμονία και τη λάμψη της ζωγραφικής του Θεόφιλου, τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό του. Δεν τον κατατάσσει στην «οικογένεια των αφελών ζωγράφων»: «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το "εφάμιλλον των ευρωπαϊκών"». Και καταλήγει:
«Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ' αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες. Είναι απ' τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Ελληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Ελληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν». *

Ο Θεόφιλος με τα μάτια ενός «ζωγράφου του ταρσανά»


Η άγνωστη ολόσωμη προσωπογραφία του ξακουστού Λέσβιου, φιλοτεχνημένη από το ναυπηγό Ν. Χριστόπουλο (1960). Υπάρχει μια άγνωστη ολόσωμη προσωπογραφία για τον αρχαγγελικό Λέσβιο ξακουστό λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο Γ. Χατζημιχαήλ (1873-1934), φιλοτεχνημένη με τη «λαϊκή τέχνη του Ναυπηγού Ν. Χριστόπουλου (Πευκάκια 1880-1961)».
Ο πίνακας του Ν. Χριστόπουλου φιλοτεχνήθηκε γύρω στα 1960 στα Πευκάκια του Βόλου και βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή
Ο πίνακας του Ν. Χριστόπουλου φιλοτεχνήθηκε γύρω στα 1960 στα Πευκάκια του Βόλου και βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή
  Ο πίνακας βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή, είναι ελαιογραφία σε χάρτμπολ (ο,27 ύψος x 0,16,5 πλάτος) και αχρονολόγητος.
Πρέπει να έγινε γύρω στο 1960, στα Πευκάκια Βόλου, όπου κατοικούσε ο Χριστόπουλος και είχε το εργαστήρι του.
Παρουσιάζει τον Θεόφιλο φουστανελοφόρο-τσολιά, όπως συνήθιζε να ντύνεται, με φεσάκι στο κεφάλι, γαλάζιο γιλέκο, τσαρούχια, μυστακοφόρο και τρία πινέλα στο ζωνάρι του. Τα χέρια στη μέση του, ενώ πλάι στο αριστερό του πόδι το ζεμπιλάκι με τα ζωγραφικά σύνεργά του. Χρησιμοποίησε βασικά πέντε χρώματα: Ασπρο, μαύρο, κόκκινο, γαλάζιο, καφέ.
Ο λαϊκός ζωγράφος Νικόλαος Χριστόπουλος, από τους αγνότερους στην παράδοσή μας, είχε γεννηθεί στα Πευκάκια Βόλου το 1880 και πέθανε το 1967. Αυτοδίδαχτος ζωγράφος, που δημιουργούσε τα έργα του έξω από τα επίσημα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά πλαίσια, φυσικός, αυθόρμητος, απλοϊκός, ήτανε γνωστός και ως «ζωγράφος του ταρσανά» (ναυπηγείο).
Αρχισε ν' ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική από το 1956. Τα θέματά του προέρχονται από το περιβάλλον της θάλασσας. Είναι βασικά πλεούμενα, διάφορα σκαριά, αλλά και μυθολογικά, Τρίτωνες, Γοργόνες κι άλλα τέτοια. Το ύφος, ο ρυθμός του ξεχωρίζει για την απλότητα και την καθαρότητα στις μορφές.
Στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη, στη συλλογή Αλέξανδρου Ξύδη, υπάρχει το έργο του «Βολιότικη ανεμότρατα έρχετε από το ψάρεμα, Εργον του Ναυπηγού Ν.Α. Χριστόπουλου 1959, Βόλος - Πευκάκια» (λάδι σε μοριοσανίδα, 0,27 x 0,35).
Εκτός από την αδημοσίευτη αυτή προσωπογραφία του Θεόφιλου υπάρχουν άλλες πέντε που είναι:
* «Θεόφιλος ζωγράφος και άλλοτε οπλαρχηγός και θυροφύλαξ» εν Σμύρνη, 1899 (αυτοπροσωπογραφία σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο, στο σπίτι του Γκέκα-Καραμπάσι Πηλίου, Αγιος Βλάσιος, 0,40 x 0,28).
* «Θεόφιλος οπλαρχηγός φυλάττων την είσοδον του Προξενείου εις την Σμύρνην το 1904» (λάδι σε μουσαμά, ολόσωμη αυτοπροσωπογραφία, φουστανελοφόρος).
* «Ενθύμησις Ειρήνης και Θεοφίλου Σοματοφύλακα της Σμύρνης το 1904» (φουστανελοφόρος, αυτοπροσωπογραφία με τη γυναικεία μορφή Ειρήνη). Το έργο αυτό δωρήθηκε από τον Μυτιληνιό Νότη Εμμανουήλ πριν τη δικτατορία, στην Εταιρεία Αιολικών Μελετών, που το παραχώρησε πρόσφατα, με τη μορφή «χρησιδανείου» στον Δήμο Μυτιλήνης, για να το εκθέσει στο Μουσείο Θεόφιλου, στη Βαρειά ή στη Δημοτική Πινακοθήκη.
* «Ο Θεόφιλος ντυμένος Μέγας Αλέξανδρος» (λάδι σε μουσαμά, 2,22 x 1,31), στο Μουσείο-Βιβλιοθήκη Τεριάντ, στη Βαρειά Λέσβου, ολόσωμη προσωπογραφία, έργο του Γιάννη Τσαρούχη.
Ο Θεόφιλος, στις μεγάλες γιορτές και ξεχωριστά στις Αποκριές, ντυνότανε Μεγαλέξανδρος, έντυνε και παιδιά Μακεδόνες κι έδινε μπουλουκτσίδηκες λαϊκές θεατρικές παραστάσεις στο ύπαιθρο. Μεγαλέξανδρο τον φωτογράφησε ο Κ. Ζημέρης, στον Βόλο. Από αυτή τη φωτογραφία ο Γ. Τσαρούχης φιλοτέχνησε το έργο του.
* «Ο Θεόφιλος ως Μέγας Αλέξανδρος», με θώρακα, περικεφαλαία, κοντάρι στο δεξί χέρι και στο αριστερό, στην ασπίδα, ζωγραφισμένη Γοργόνα. Προσωπογραφία σε λάδι ώς τη μέση, φιλοτεχνημένη από τον Τάσο Ζωγράφο.
**Για το έργο του Χριστόπουλου έχουν γράψει: Κ. Μακρής «Ν. Χριστόπουλος, ο ζωγράφος του ταρσανά», Ζυγός τ. 32, Ιούλ. 1958. Η λαϊκή τέχνη του Πηλίου, εκδ. Μέλισσα 1976. Γ. Σαματούρας «Δώδεκα λαϊκοί ζωγράφοι», Αθήνα 1974. Λεξικό Μέλισσα 1976.

Υστερα από τον Θεόφιλο δεν βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο...


«Υστερα από τον Θεόφιλο δεν βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο... Κι αυτό δεν μας το έφεραν περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων ακαδημιών... Ηταν ο Θεόφιλος που μας έδωσε ένα καινούριο μάτι. Επλυνε την όρασή μας, όπως αυγάζει ο ουρανός, και τα σπίτια, και το κόκκινο χρώμα, και το παραμικρό φυλλαράκι των θάμνων, ύστερα από την κάθαρση ενός απόβροχου.
«Ακρογιάλι». Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,51x0,93 μ.
«Ακρογιάλι». Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,51x0,93 μ.   
      Η άσκηση της ζωής έχει πολλά να κερδίσει από ανθρώπους σαν τον Θεόφιλο που βρήκαν το δρόμο τους, ψηλαφώντας, μόνοι, μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια μιας πολύ καλλιεργημένης, καθώς νομίζω, ομαδικής ψυχής, όπως είναι η ψυχή του λαού μας», έγραφε το 1947 ο Γιώργος Σεφέρης.
Ο ποιητής υποκλινόταν στο μεγαλείο της απλότητας ενός ζωγράφου που τα έργα του μοιάζουν τόσο απλά. Τόσο «εύκολα». Και γι' αυτό τόσο ανυπέρβλητα στη σύνθεση κι ειλικρινή στην απόδοση, όσο μόνον η μεγάλη λαϊκή τέχνη μπορεί να είναι. Μας το θυμίζει ευτυχώς η έκθεση «Θεόφιλος:   Εργα από τη Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας», που άνοιξε χθες τις πόρτες της για το κοινό στο Μουσείο Μπενάκη.Το διαπίστωσε και ο διευθυντής του Μουσείου, Αγγελος Δεληβορριάς, λέγοντας χθες πως «xάρη στην Εμπορική Τράπεζα ανοίξαμε τη σεζόν στο Μουσείο Μπενάκη με μια έκθεση χαρμόσυνη, που θα μας θυμίσει πράγματα τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουμε λησμονήσει».
Η έκθεση, που εγκαινιάστηκε στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου, στην οδό Κουμπάρη, περιλαμβάνει συνολικά είκοσι φορητούς πίνακες από τη συλλογή έργων τέχνης της Εμπορικής Τράπεζας. Καλύπτουν το διάστημα από το 1928 μέχρι το 1933, φτάνουν δηλαδή μέχρι κι ένα χρόνο πριν από το θάνατο του ζωγράφου. Η συγκεκριμένη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας -η οποία έχει στην ιδιοκτησία της συνολικά 600 έργα τέχνης- ξεκίνησε το 1951 και ολοκληρώθηκε το 1980. Με την εξαίρεση κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, δεν έχει ποτέ εκτεθεί στο σύνολό της και δίνει τη μοναδική ευκαιρία στο κοινό να δει από κοντά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του Μυτιληνιού ζωγράφου.
«Εν Σμύρνη τουρκικόν πεταλοποιείον 1930». Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,86x1,14 μ.
«Εν Σμύρνη τουρκικόν πεταλοποιείον 1930».
 
 Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,86x1,14 μ. Τα έργα της συλλογής περιλαμβάνουν μια επιλογή από τη συνήθη θεματογραφία του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870-1934): ιστορικές ή μυθολογικές σκηνές, παραστάσεις παρμένες από ταχυδρομικά δελτάρια και παλιές λιθογραφίες ή φωτογραφίες, τοπία και εικόνες της καθημερινής ζωής, και αποτυπώνουν, συνολικά και με χαρακτηριστικό τρόπο, τη σχέση του με τη ζωγραφική.
Η έκθεση συνοδεύεται από την ιστορική έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας «Θεόφιλος» (Αθήνα 1967), με την επιμέλεια που είχαν κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Γιώργος Μανουσάκης, αλλά και με τα κείμενα του πρώτου, εμβόλιμα στην παρουσίαση 300 έργων του ζωγράφου.
Το αφιέρωμα του «Παρασκηνίου»
Επίσης, κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα προβάλλεται στο Μουσείο Μπενάκη το αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με τίτλο «2003 - Θεόφιλος ξανά;», σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη.
Πρόκειται για μια επιστροφή στη μορφή και το έργο του Θεόφιλου, μέσα από τις δύο ιστορίες που προκύπτουν συνήθως όταν μιλά κανείς για τον σπουδαίο της Μυτιλήνης: Την ιστορία της δύσκολης ζωής του μέσα στη φτώχεια, την περιπλάνηση και την κακομεταχείρισή του από το κοινωνικό περιβάλλον της εποχής. Και αυτήν της ανακάλυψης του ταλέντου του από τον Τεριάντ και μετά τον θάνατό του από τη Γενιά του '30, που είδε στον Θεόφιλο τη συνέχεια της Ελληνικότητας, χρίζοντάς τον «άνθρωπο-σύνδεσμο, τη ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας» (Οδυσσέας Ελύτης, Ο ζωγράφος Θεόφιλος, Υψιλον/βιβλία, Αθήνα 1996). Υπάρχει και μια τρίτη «ιστορία», αυτή που προέκυψε όταν ο Λάκης Παπαστάθης ζήτησε για το «Παρασκήνιο» από τέσσερις σύγχρονους εικαστικούς να μιλήσουν για τον Θεόφιλο συνδέοντάς τον με το σήμερα.
«Υπήρξε τυχερός που τον ανακάλυψαν οι ποιητές πρώτα και μετά οι τεχνοκριτικοί», είχε διαπιστώσει για τον Θεόφιλο ο Λάκης Παπαστάθης. «...σαν να υπήρξε», σχολίαζε, «μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους για το θαύμα της Τέχνης. Ο Θεόφιλος πάντα μας θυμίζει την ελπίδα της τέχνης, τον τρόπο που μπορεί κάποιος να δημιουργήσει έστω και με μια καθημαγμένη ζωή».
Η κοινή προσπάθεια του Μουσείου Μπενάκη με την Εμπορική Τράπεζα φανερώνει πως ακόμα και σε εποχές κρίσης, οι συνεργασίες υπέρ σημαντικών εικαστικών γεγονότων, έστω και μικρής έκτασης, όπως η παρούσα έκθεση, μπορούν να αποτελέσουν μια ουσιαστική πρόταση στο χώρο του πολιτισμού.
* Η έκθεση διαρκεί έως τις 31 Οκτωβρίου

Εκπαιδευτικό πρόγραμμα "Στα χνάρια του Θεόφιλου"

Το πρόγραμμα "Στα χνάρια του Θεόφιλου" αναφέρεται στην γνωριμία μας με τη ζωή και το έργο του σημαντικότερου λαϊκού ζωγράφου που έζησε για ένα μακρύ διάστημα της ζωής του στον τόπο μας και ζωγράφισε σπίτια, μαγαζιά, εκκλησιές। Σημαντικό είναι ότι αυτά τα έργα μπορούμε να τα δούμε στα δύο Μουσεία, του Κίτσου Μακρή στο Βόλο και στο αρχοντικό Κοντού στην Ανακασιά, και σε μαγαζιά στην Άλλη Μεριά και Μακρινίτσα ή εκκλησιές στην  Άλλη Μεριά, Μακρινίτσα και  Μηλιές। Ακόμη το έργο του μπορεί να "διαβαστεί" με πολλούς τρόπους κάτι που το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον। Το φυλλάδιο που δημοσιεύουμε είναι το πρώτο για την προσέγγιση του έργου του, που αρχικά  υλοποιήθηκε το σχ. έτος 2007-08 και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Περισσότερα ... http://www.scribd.com/doc/40393260