Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεριάντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεριάντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο

Χρώματα που έχουν ξεθωριάσει, σε πίνακες που αφέθηκαν εκτεθειμένοι στον ήλιο ή σκέβρωσαν από την υγρασία. Εργα που καταστρέφονται, καθώς οι καμβάδες αρχίζουν να μαδάνε. Κεραμίδια που επιτρέπουν να τρέξουν νερά μέσα στις αίθουσες, στάζοντας πάνω στα έργα τέχνης.
Και κοντά σε όλα αυτά, μία, όλη κι όλη, έκτακτη υπάλληλος, απλήρωτη από τον περασμένο Ιούνιο, με τη σύμβασή της να έχει λήξει ήδη από την Πρωτοχρονιά. Κι όμως εκείνη αγόγγυστα συνεχίζει να ανοίγει τις πόρτες τού κατά τα άλλα «προπύργιου του λεσβιακού πολιτισμού», του ρημαγμένου Μουσείου Θεόφιλου.
Σαν κεραυνός έπεσε η πρώτη καταγγελία για την πραγματική καταστροφή των 86 πρωτότυπων έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που φιλοξενούνται στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης.
Στη διάρκεια εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο «Θεόφιλος: τα έργα του ζωγράφου στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», της επίτιμης διευθύντριας του Μουσείου, αρχαιολόγου και κοινωνικής ανθρωπολόγου Γιαννούλας Καπλάνη, ο εξωτερικός συνεργάτης του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και επιμελητής της έκδοσης, ο αρχιτέκτονας, φωτογράφος και γραφίστας Βελισάριος Βουτσάς, «ταρακούνησε» το κοινό, περιγράφοντας την κατάσταση που συνάντησε στη διάρκεια της επίσκεψής του στο Μουσείο Θεόφιλου. Οπως αποκάλυψε, τα έργα καταστράφηκαν και ήδη έχουν ξεθωριάσει.
Οπως μάλιστα χαρακτηριστικά είπε: «Δεν χωράει δικαιολογία άγνοιας. Ακόμη και ο ταξιτζής που με μετέφερε και ο καφετζής της γειτονιάς, ήξεραν για την κατάσταση του Μουσείου».
Το γεγονός αυτό έκανε χθες τον γενικό γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Δημήτρη Χαλκιώτη, με τον προτεινόμενο πρόεδρο του υπό σύσταση Οργανισμού Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λέσβου, Κώστα Αστυρακάκη, και τη συντηρήτρια του υπουργείου Πολιτισμού, Δέσποινα Μαρσινοπούλου, να επισκεφθούν το Μουσείο. Εκεί η τελευταία έκανε μια πρώτη εκτίμηση των κινδύνων που υπάρχουν και των φθορών που έχουν ήδη υποστεί τα έργα.
Στο Μουσείο Θεόφιλου, λοιπόν, διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Αλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κανείς κάποια φώτα οροφής! Ακόμα, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. Η υγρασία μπαίνει από παντού, ακόμα και από τα κεραμίδια που, ασυντήρητα, επιτρέπουν στα νερά της βροχής να τρέχουν πάνω στα έργα. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του '80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με τη συντηρήτρια κ. Μαρσινοπούλου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Εκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για το Μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει "ας αφήσουμε το θέμα λίγο ακόμα"».
Ο Δημήτρης Χαλκιώτης έθεσε πρώτη προτεραιότητα την άμεση επικοινωνία και ενημέρωση της γενικής γραμματέως του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη. Κι ο κ. Αστυρακάκης σημείωσε πως «πρέπει να αναλάβουμε πρωτοβουλίες αντάξιες της μεγάλης κληρονομιάς που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε».
Μετά απ' όλα τούτα, στο Μουσείο έμεινε και πάλι μόνη η μόνη υπάλληλος, άμισθη φύλακας μιας μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία η σύγχρονη πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει, έστω και στοιχειωδώς. *
Από τον Τεριάντ, στους δημάρχους
Το Μουσείο Θεόφιλου στεγάζεται στο κτήριο που σχεδίασε και έχτισε το 1964 ο γνωστός Λέσβιος αρχιτέκτονας Γιώργος Γιανουλέλης, με έξοδα του γνωστού Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ. Ο τελευταίος ήταν ο άνθρωπος που «ανακάλυψε» τον Θεόφιλο, ενθαρρύνοντάς τον τα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζωγραφίζει σε καμβάδες. Τους περισσότερους από αυτούς ο Τεριάντ τούς παραχώρησε στο Μουσείο Θεόφιλου, ενώ κάποιους άλλους τους έβαλε σε ειδική αίθουσα με έργα του λαϊκού ζωγράφου στο άλλο μουσείο που έχτισε και δώρισε στο υπουργείο Πολιτισμού, στο Μουσείο - Βιβλιοθήκη Μοντέρνας Τέχνης Τεριάντ. Το 1965 ο Τεριάντ δώρισε το Μουσείο Θεόφιλου στο Δήμο Μυτιλήνης. Εκτοτε το μουσείο διαχειριζόταν η εκάστοτε δημοτική αρχή της Μυτιλήνης έως την κατάργηση, λόγω «Καλλικράτη», του δήμου στις 31 του περασμένου Δεκεμβρίου. Σήμερα το Μουσείο αποτελεί περιουσία του Δήμου Λέσβου και θα το διαχειρίζεται ο δημοτικός Οργανισμός Παιδείας και Πολιτισμού, όποτε αυτός ιδρυθεί.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Ο Θεόφιλος του Τσαρούχη Αγνωστες λεπτομέρειες για τη ζωή του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου μέσα από την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη

Αν η πιο αυθεντική βιογραφία ενός ζωγράφου είναι τα έργα του, τότε δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει τον Θεόφιλο. Αυτόν τον γνήσιο λαϊκό ζωγράφο που αμφισβητήθηκε, χλευάσθηκε και αναγνωρίστηκε καθυστερημένα.
Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.
Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.
  Ενας δημιουργός ξετρελαμένος με την Ελλάδα, με τους αρχαίους θεούς της, τους ήρωες της Επανάστασης του '21. Ντυνόταν με φουστανέλα, μεταμφιεζόταν σε Μέγα Αλέξανδρο και σε Δία, ενώ ζωγράφιζε με πάθος πάνω σε πανιά, σανίδια, τενεκέδες και τοίχους σπιτιών.
Η έκθεση «Θεόφιλος. Εργα από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας», που εγκαινιάζεται την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο, μέσα από 20 πίνακές του, τον ναΐφ μυτιληνιό ζωγράφο και τη θεματογραφία του: Ιστορικές και μυθολογικές σκηνές, παραστάσεις παρμένες από ταχυδρομικά δελτάρια και παλιές λιθογραφίες, τοπία και εικόνες της καθημερινής ζωής. Η έκθεση συνοδεύται από το λεύκωμα της Εμπορικής Τράπεζας που πρωτοεκδόθηκε το 1967 και περιλαμβάνει πάνω από 300 έργα του Θεόφιλου, καθώς και ένα διεισδυτικό κείμενο του Γιάννη Τσαρούχη. Ο τελευταίος ακολουθεί τον Θεόφιλο στην περιπλάνησή του στη Σμύρνη, τη Θεσσαλία και τη Μυτιλήνη, σκιαγραφεί γλαφυρά τη ζωή του σε σχέση με την κοινωνία του τέλους του 19ου αιώνα και συγκρίνει τη ζωγραφική του με τη βυζαντινή τέχνη και την ελληνική παράδοση. Τα περιστατικά που αφηγείται είναι απίστευτα κι όμως αληθινά: Αναφέρει ότι ο νεαρός Θεόφιλος ήταν το παιδί για τα θελήματα στο προξενείο της Σμύρνης. Λέγεται μάλιστα ότι σκότωσε έναν Τούρκο, για να υπεραπιστεί τη ζωή του έλληνα προξένου, σε μια απόπειρα δολοφονίας του.
«Σαν παλιός οπλαρχηγός»
Αργότερα στη Μακρινίτσα του Πηλίου δείχνει τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας, ενώ ζει κλεισμένος στον εαυτό του και πολύ φτωχικά. Καθώς είναι «βραδύγλωσσος και ζερβός», αντιμετωπίζει τις φάρσες και τα χωρατά των άλλων, ακόμα και τα παιδιά που τον πετροβολούσαν. «Κάποιος, για να γελάσει, τράβηξε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος, για να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός μαγαζιού, και τον γκρέμισε καταγής» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τσαρούχης.
Η τύχη του φαίνεται να αλλάζει, όταν συναντά τον συλλέκτη Στρατή Ελευθεριάδη ή Τεριάντ, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι. Αυτός αγόρασε μερικά έργα του, του έδωσε υλικά ζωγραφικής, οργάνωσε έκθεση στο εξωτερικό. Να πώς περιγράφει ο Τσαρούχης τον Θεόφιλο: «Φορούσε πάντα φουστανέλα, που δεν ήταν η φορεσιά της πατρίδας του. Μα για τον Θεόφιλο, αυτό δεν ήταν μόνο μια καλλιτεχνική παραξενιά ή επίδειξη. Ηταν κάτι παραπάνω: μια ένδειξη πίστεως αυτή η λατρεία της φουστανέλας, λατρεία οφειλόμενη στην ποιητική της σημασία. (...) Ο Θεόφιλος άλλωστε ήθελε να 'ναι σαν παλιός οπλαρχηγός, σαν κι αυτά τα άσταστα είδωλά του που τόσο συχνά ζωγράφιζε. Σ' έναν τορβά που κρεμόταν στον ώμο του, έμπηγε ένα ξύλο με μια βυζαντινή σημαία με αετό. Στο σελάχι της φουστανέλας του είχε τα σύνεργα της ζωγραφικής του. Τα μαλλιά του ήταν μακριά σαν των παπάδων, και τα μάζευε κότσο δένοντάς τα με ένα κορδόνι, όπως ακριβώς οι παπάδες, αλλά και οι αρχαίοι Ελληνες της προκλασικής εποχής. Του άρεσε να 'χει μεγάλα νύχια. Δούλευε καθισμένος καταγής, σαν τους Ανατολίτες και τους Γιαπωνέζους. Δεν πήγαινε ποτέ σε καφενείο, ούτε σε διασκέδαση, ούτε όπου μαζευόταν κόσμος (...) Ηταν πράος και δεν βλαστημούσε ποτέ».
Ο Τσαρούχης θαυμάζει τη χρωματική ευδαιμονία και τη λάμψη της ζωγραφικής του Θεόφιλου, τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό του. Δεν τον κατατάσσει στην «οικογένεια των αφελών ζωγράφων»: «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το "εφάμιλλον των ευρωπαϊκών"». Και καταλήγει:
«Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ' αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες. Είναι απ' τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Ελληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Ελληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν». *